«Επιλογή» μας τα ελληνικά προϊόντα

Λ. ΚΑΡΙΓΙΑΝΝΗΣ (διευθύνων της εταιρείας Ελληνική Διατροφή Α.Ε.)
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στον ΧΡΗΣΤΟ ΙΩΑΝΝΟΥ, eleftherotypia.net

 

Η ΑΝΑΓΚΗ να συνδεθούν τα προϊόντα της ελληνικής γης που παράγονται από ανεξάρτητους ιδιώτες παραγωγούς ή συνεταιρισμούς με το λιανεμπόριο, οδήγησε στη δημιουργία των καταστημάτων «Επιλογή».

Πρόκειται για μικρά σούπερ μάρκετ όπου οι κάτοικοι των πόλεων μπορούν να βρουν φθηνά και ποιοτικά ελληνικά προϊόντα.

Για το εγχείρημα αυτό και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει, μιλάει στην «Κ.Ε.» ο Λεωνίδας Καρίγιαννης, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Ελληνική Διατροφή Καταστήματα Α.Ε. Ο κ. Καρίγιαννης δεν χαϊδεύει αυτιά και με τόλμη αναφέρεται στα μειονεκτήματα των Ελλήνων παραγωγών, στους λόγους της ακρίβειας, στο ρόλο των πολυεθνικών εταιρειών, στο «καπέλο» που πληρώνουν οι εταιρείες για να μπουν στο ράφι. Το καλύτερο, το αφήνει για το τέλος: πώς ένα προϊόν από το χωράφι καταλήγει στο ράφι με διαφορά τιμής 334%.

Η λειτουργία των καταστημάτων «Επιλογή» ξεκίνησε το 2010. Ποιες είναι οι μέχρι τώρα εντυπώσεις από τα δύο πρώτα χρόνια λειτουργίας;

«Αυτή τη στιγμή έχουμε πέντε καταστήματα "Επιλογή" και προβάλλουν τα προϊόντα των συνεταιρισμών και ανεξάρτητων παραγωγών που δεν βρίσκουν ράφι στις μεγάλες αλυσίδες, καθώς και τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας. Ο χώρος του λιανεμπορίου δεν είναι εύκολος. Τα καταστήματα είναι soft discount καταστήματα, με κωδικολόγιο που απαρτίζεται από επώνυμα προϊόντα, προϊόντα private label και προϊόντα αγροτικών συνεταιρισμών, με στόχο μια προϊοντική σύνθεση 50%-50%. Αυτό μας κάνει να αντιμετωπίζουμε ιδιαίτερες δυσκολίες στο να καθιερωθούμε στην αγορά».

Ελέγχουν το 60%

Τι ακριβώς δυσκολίες αντιμετωπίζετε;

«Οι πολυεθνικές προμηθεύτριες εταιρείες ελέγχουν αυτή τη στιγμή τουλάχιστον το 60% των προϊόντων ενός καταστήματος. Εκτός από είδη διατροφής, παράγουν δεκάδες άλλα προϊόντα οικιακής χρήσης, προσωπικής περιποίησης κ.λπ. Εμείς προσπαθούμε να μειώσουμε το ειδικό τους βάρος στα καταστήματά μας. Αυτό σημαίνει ότι και αυτοί αντίστοιχα δεν μας δίνουν παροχές για να είμαστε εξίσου ανταγωνιστικοί στα προϊόντα τους. Οταν εμείς προωθούμε τα ελληνικά αγροτικά προϊόντα (π.χ. το ρίζι του Αγροτικού Συν/μου Χαλάστρας Α' ή το λάδι της ΕΑΣ Λακωνίας, Σητείας κ.λπ.), οι πολυεθνικές εταιρείες αντίστοιχων προϊόντων δεν θα μας βοηθήσουν με παροχές και προσφορές, όπως τις μεγάλες αλυσίδες».

Με άλλα λόγια, έχει μειονεκτήματα η προσπάθεια να στηριχτείτε στα ελληνικά προϊόντα;

«Εχει και χρειάζεται πολλή δουλειά για να τα ξεπεράσουμε. Θα σας πω πως δεν υπάρχει μεγάλη γκάμα συσκευασμένων προϊόντων. Αυτή τη στιγμή έχουμε 300 προϊόντα αγροτικά και private label. Ο αριθμός αυτός δεν είναι μεγάλος σε ένα κατάστημα που διαθέτει 3.500 προϊόντα. Ο στόχος μας είναι να αποκτήσουμε το 30%-50% σε αυτά τα προϊόντα. Αλλά αυτό θέλει δουλειά και δυστυχώς και οι αγροτικοί συνεταιρισμοί δεν είναι καθ' όλα έτοιμοι. Υπάρχουν εγγενείς αδυναμίες συσκευασίας, τυποποίησης που δεν μας δίνουν τη δυνατότητα να έχουμε μεγάλη γκάμα αυτών των προϊόντων. Για παράδειγμα, έχουμε ένα πολύ καλό προϊόν, το οποίο όμως κυκλοφορεί με μία μόνο συσκευασία».

Μπορείτε να μας δώσετε μερικά παραδείγματα;

«Θα σας πω ένα συγκεκριμένο παράδειγμα στα ρίζια. Η περιοχή της Χαλάστρας παράγει το 70% του ρυζιού στην Ελλάδα. Από αυτό το προϊόν μόνο το 5% πωλείται συσκευασμένο. Το υπόλοιπο το έπαιρναν μεγάλες εταιρείες αναποφλοίωτο με 0,22 ― - 0,23 ― το κιλό. Η αποφλοίωση και η απεντόμωση τους στοίχιζε άλλα 0,23 ― και το έδιναν, πάνω από 1 ευρώ το μισό κιλό».

Περάσατε στο θέμα της ακρίβειας. Ποιοι λόγοι συνηγορούν στην αύξηση των τιμών;

«Οι λόγοι είναι πολλοί. Πρώτον, οι πολυεθνικές εταιρείες πωλούν από 20% έως 300% ακριβότερα τα προϊόντα από τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης, αφού επέβαλαν το προϊόν τους λόγω της αδυναμίας της ελληνικής βιομηχανίας σε αντίστοιχα προϊόντα και της παντελούς έλλειψης ελέγχου των τιμών αυτών από το κράτος.

Δεύτερον, δεν υπάρχει διαδικασία και λογική ελέγχων των τελικών τιμών στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Τρίτον, οι τιμοκατάλογοι που έχουν οι βιομηχανίες και οι χονδρεμπορικές εταιρείες έχουν υψηλές τιμές σε σχέση με το κόστος παραγωγής. Λογική κίνηση από την πλευρά των βιομηχανιών, αφού θα πρέπει να συνυπολογιστούν: α) τα υπέρογκα τέλη εισόδου (entry fees) που ζητούν οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ για κάθε προϊόν (σε αλυσίδα στη βόρεια Ελλάδα το ποσό που απαιτείται για την τοποθέτηση μερικών κωδικών στα ράφια της είναι 40.000 ―). Εμείς στα καταστήματά μας, δεν παίρνουμε entry fees από τους συνεταιρισμούς και τους μικρούς παραγωγούς, β) Οι συμφωνίες που υπάρχουν πίσω από τα προϊόντα είναι πολύ μεγάλες. Στις αλλαντοβιομηχανίες φθάνουν στο 50%-70%, γ) Κερδοσκοπία μεσαζόντων, χονδρεμπόρων, μεταποιητών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ρίζι που, όπως προανέφερα, η τιμή κιλού του αναποφλοίωτου προϊόντος είναι 0,25 ― και φτάνει να διατίθεται στον καταναλωτή με 0,99 ― τα 500 γραμμάρια».

Καταλάβαμε. Υπάρχει όμως προοπτική να ανοίξετε άλλα καταστήματα;

«Κάναμε πέντε μαγαζιά σε ένα χρόνο και κάτι. Τα καταστήματα βρίσκονται στον Κολωνό, στον Κορυδαλλό, στο Ιλιον, στο Νέο Ηράκλειο και στο Παγκράτι. Τα δύο τελευταία είναι καινούργια. Για να μην έχουμε προβλήματα, στα τελευταία καταστήματα της "Επιλογής" αλλάξαμε τη φυσιογνωμία: μικρότερα καταστήματα (110 τ.μ. περίπου), με μικρότερα ενοίκια και χωρίς ψυγείο κοπής, δηλαδή καταστήματα χαμηλού κόστους».

Τι είδους προβλήματα είχατε;

«Είχαμε προβλήματα κόστους. Να σας ξεκαθαρίσω ότι είναι απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ελληνικής Διατροφής και της "Επιλογής" να τηρούνται οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, την ώρα που μεγάλο μέρος των αλυσίδων έχουν στραφεί στις ατομικές συμβάσεις. Πληρώνουν δηλαδή με ελάχιστα χρήματα τους εργαζομένους τους. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργούν αθέμιτο ανταγωνισμό. Εμείς θέλουμε ανθρώπινες συνθήκες εργασίας και δεν "μπαίνουμε" στον εργασιακό κανιβαλισμό».

Στόχος 10 καταστήματα

Τα καταστήματα είναι δικά σας ή αναπτύσσεστε με άλλες μεθόδους, π.χ. franchising;

«Τα πρώτα καταστήματα είναι δικά μας. Και για να απαντήσω στην προηγούμενη ερώτησή σας, στόχος είναι να φτάσουμε τα 8 με 10 καταστήματα μέχρι το τέλος του έτους και να επεκταθούμε στη συνέχεια και στο franchise, προσφέροντας έτσι εργασία σε οικογένειες που θέλουν να συνεργαστούν μαζί μας. Μάλιστα, το ΕΣΠΑ δίνει τη δυνατότητα σε νέους επιχειρηματίες να κάνουν επιχειρήσεις και πιθανόν να μπορεί να επιχορηγηθεί ένα πρόγραμμα για το franchise καταστήματος. Επίσης ξεκινήσαμε συνεργασία με ενώσεις καταναλωτών και συνεταιρισμούς εργαζομένων (π.χ. τον ΕΔΟΕΑΠ), που θέλουν να δημιουργήσουν χώρους πώλησης των προϊόντων των Ελλήνων παραγωγών για τα μέλη τους».

Ποιο μήνυμα θα θέλατε να περάσετε στην αγορά και στον καταναλωτή, που πλήττεται πανταχόθεν;

«Θεωρούμε ότι σε αυτή τη δύσκολη περίοδο πρέπει να υπάρχουν προσεγμένες τιμές στην αγορά, οι οποίες θα αντανακλούν την εισοδηματική δυνατότητα των καταναλωτών, αλλιώς θα βλέπουμε τα προϊόντα να μένουν αδιάθετα στα ράφια. Τονίζουμε ότι πρέπει να στηριχθούν τα φθηνά - ποιοτικά προϊόντα των αγροτικών συνεταιρισμών και των Ελλήνων παραγωγών, για να στηριχθεί έτσι σε δύσκολες συνθήκες η ελληνική οικονομία και τα ελληνικά νοικοκυριά».

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.