Τις τελευταίες 2-3 δεκαετίες οι αγοραστικές συνήθειες των Ελλήνων είχαν προσανατολιστεί στα εισαγόμενα προϊόντα,με κύριο λόγο την αναζήτησης καλύτερης ποιότητα αλλά πρωτίστως την κοινωνική διάκριση (Lifestyle). Η τάση αυτή είχε σαν αποτέλεσμα ακόμα και οι Ελληνικές Επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν λατινικές λέξεις, τόσο για την επωνυμία τους όσο και για αυτά τα ίδια τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους. Οι νέες συνθήκες που δημιουργούνται με αφορμή την οικονομική κρίση και τις επιπτώσεις της  που υφίσταται η Ελλάδα, δημιουργούν νέες συνθήκες στην αγορά όσο αφορά την προέλευση των προϊόντων.

Αυξάνουμε την απασχόληση στην Ελλάδα, αντί στη Γαλλία ή αλλού, με ευεργετικά αποτελέσματα για την κατανάλωση (ΑΕΠ), για τα φορολογικά έσοδα του δημοσίου, καθώς επίσης για τα έσοδα των ασφαλιστικών ταμείων. Μειώνουμε τις εισαγωγές, οπότε αντίστοιχα το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου, περιορίζουμε τις δαπάνες επιδομάτων ανεργίας, με αποτέλεσμα να μειώνονται τα ελλείμματα του προϋπολογισμού, ενώ έμμεσα βοηθάμε στη βελτίωση της αποταμίευσης - οπότε των υγιών επενδύσεων.
Υπάρχουν εκατοντάδες προϊόντα στον τομέα της αγροτικής οικονομίας, τα οποία παράγονται σε ολόκληρη την Ελλάδα – γεωργία, κτηνοτροφία, ιχθυοκαλλιέργειες κλπ. Επίσης στους τομείς της μεταποίησης (ένδυση, επιπλοποιία, σαπουνοποιία, βιομηχανία τροφίμων και ποτών, καλλυντικά, χαρτοβιομηχανία, τσιμέντα, υλικά οικοδομής, διακοσμητικά, απορρυπαντικά, φάρμακα κλπ.). Ένα πολύ σημαντικό Ελληνικό προϊόν είναι και ο τουρισμός - αφού δεν υπάρχει καμία άλλη χώρα με τόσα πανέμορφα νησιά και με τέτοια πολιτισμική κληρονομιά (μουσεία, μνημεία κλπ.).
Η επιλογή «Αγοράζουμε Ελληνικά» πρέπει να είναι σταθερή, τουλάχιστον στα προϊόντα που παράγονται στην Ελλάδα. Άλλωστε, αυτά που «υποχρεωτικά» εισάγονται λόγω έλλειψης εγχώριας παραγωγής, είναι πάρα πολλά. Αντίθετα δε, σε περιόδους ευημερίας πρέπει να αγοράζουμε Ελληνικά, έτσι ώστε να λαμβάνουμε σωστά τα μέτρα μας για περιόδους κρίσης.
Για τους λόγους που αναφέρονται στα «οικονομικά κριτήρια», καθώς επίσης επειδή πολλές φορές είναι καλύτερα και φθηνότερα, από αυτά που εισάγουμε. Αν σκεφθούμε ότι αγοράζουμε συσκευασμένο θαλασσινό νερό από τη Γαλλία για ιατρική χρήση, θα κατανοήσουμε καλύτερα τις αδυναμίες μας.
Όχι - επειδή ένα σημαντικό μέρος της προστιθέμενης τους αξίας ευρίσκεται εκτός Ελλάδος.
Όχι - αλλά έχουν μια σημαντική, εξαιρετικά κρίσιμη για την ελληνική οικονομία προστιθέμενη αξία.
Δεν είναι μόνο εφικτό αλλά και απόλυτα αναγκαίο. Ειδικά επειδή η καταναγκαστική ουσιαστικά μείωση των εισαγωγών μας, σε συνδυασμό με την ελλιπή οργάνωση των μεταφορών, μας δημιουργούν ήδη μεγάλα προβλήματα στις εξαγωγές αγροτικών κυρίως προϊόντων – οπότε η κατανάλωση τους στο εσωτερικό είναι μονόδρομος, αφού τα φορτηγά δεν βρίσκουν μεταφορές από την ΕΕ προς την Ελλάδα και δεν τα συμφέρει να κινηθούν.
Φυσικά. Η χώρα μας δεν έχει ανάγκη από δανεικά (καμία χώρα, όπως και καμία επιχείρηση δεν εξυγιαίνεται με τοκογλυφικά δάνεια), αλλά από παραγωγικές επενδύσεις και από θέσεις εργασίας. Η κατανάλωση ελληνικών προϊόντων βοηθάει και τα δύο.
Είναι πολύ σχετικό. Συνήθως η αυξημένη ζήτηση επεκτείνεται και σε «παρεμφερή» προϊόντα, τα οποία προστίθενται στην παραγωγή και αυξάνουν το μερίδιο των Ελληνικών προϊόντων στην συνολική κατανάλωση.
Ασφαλώς υπάρχουν, ενώ είναι πάρα πολλά, όπως μπορείτε να δείτε μέσα σε αυτό τον δικτυακό τόπο.
Τα τρόφιμα «ΠΟΠ» μπορούν να καλύψουν μεγάλο μέρος των αναγκών μας. Υπάρχουν βέβαια κάποια προϊόντα που δεν αρκούν για την ικανοποίηση της ζήτησης κατά 100% (Βούτυρα, γαλακτοκομικά κ.α.). Είναι όμως πάρα πολύ πιθανόν, η αύξηση της ζήτησης να οδηγήσει στην αύξηση της παραγωγής και στην ακόμα μεγαλύτερη κάλυψη των αναγκών μας.
Στις τρίτες χώρες, η προώθηση ενθαρρύνεται με ειδικά προωθητικά προγράμματα. Στο εσωτερικό της ένωσης, δεν ευνοείται ιδιαίτερα η προώθηση των ελληνικών προϊόντων. Δυστυχώς, υπάρχουν εντός της ΕΕ «άτυπα προστατευτικές» πλεονασματικές χώρες, οι οποίες εμποδίζουν με έμμεσο τρόπο τις εισαγωγές, «επιδοτώντας» παράλληλα, με έντεχνες μεθοδεύσεις, τις εξαγωγές τους.
Στην έκτακτη κατάσταση της ελληνικής οικονομίας αποτελεί πολυτέλεια η εισαγωγή προϊόντων που παράγονται εδώ - ακόμα και αν είναι φθηνότερα και καλύτερα. Αυτό δεν αποτελεί «πατριωτικό κριτήριο», αλλά ένα μονόδρομο για την έξοδο από την οικονομική κρίση. Αργά ή γρήγορα άλλωστε θα αναγκασθούμε – αφού δεν έχουμε τη δυνατότητα πλέον να χρηματοδοτούμε το ελλειμματικό εμπορικό μας ισοζύγιο.